-τυς

-τυς
-τυος, Α
αρχαϊκό καταληκτικό σύστημα ρηματικών ονομάτων, δηλωτικών τού ποιού ενεργείας συνωνύμων τών θηλ. σε -σις (πρβλ. βιβρώσκω: βρω-τύς «βρώση», ἀλαόω: ἀλαω-τύς «τύφλωση», βοάω: βοη-τύς «βοή»). Η κατάληξη ανάγεται στην Ινδοευρωπαϊκή *-tu-/*-tw- και μαρτυρείται στην Ινδοϊρανική, στις γερμανικές γλώσσες (πρβλ. σλαβ. -tv-i, βλ. λ. ἵτυς) κ.ά. Στην Ελληνική το επίθημα -τῡς απαντά αποκλειστικά σε ονόματα θηλυκού γένους (πιθ. κατ' αναλογία τών θηλ. σε -σις), τα οποία στην πλειονότητά τους είναι οξύτονα —εκτός από τα αβέβαιης ετυμολ. πί-τυς, ἵτυς— και με μακρό φωνηεντισμό. Τα θηλ. σε -τυς, δηλωτικά τού ποιού ενεργείας, εμφανίζονται, ουσιαστικά, στα ομηρικά κείμενα (πρβλ. ἐδη-τύς, κλι-τύς, γραπ-τύς, ἐλεη-τύς), με ελάχιστα παραδείγματα στην ιωνική και στις υπόλοιπες διαλέκτους (πρβλ. σωφρονισ-τύς στον Πλάτωνα). Στην αττ. διάλ., ωστόσο, το επίθημα -τύς χρησιμοποιήθηκε για να σχηματίσει αριθμητικά ουσιαστικά (πρβλ. τρυκ-τύς: τριτ-τύς, τρι-τύς, τετρακ-τύς και εκατο-σ-τύς, μυριο-σ-τύς, χιλιο-σ-τύς, κατά τα τακτικά σε -οστός). Σε ό,τι αφορά την μορφή, η κατάλ -τύς εμφανίζει και παρεκτεταμένες μορφές σε: α) -σ-τύς, είτε από ρ. σε -ζω, είτε προϊόντα αναλογίας (πρβλ. κτίζω: κτι-σ-τύς, ἁγίζω: ἁγι-σ-τύς, μνάομαι: μνηστή: μνη-σ-τύς)
β) -η-τύς / -ω-τής, από συνηρημένα ρ. σε -έω / -άω / -όω, είτε αναλογικά προς αυτά (πρβλ. ἐλεέω: ἐλε-η-τύς, βοάω: βο-η-τύς, ἀλαόω: ἀλα-ω-τύς αλλά και ἐπ-η-τύς, βαλλ-η-τύς). Το επίθημα -τυ-, τέλος, απαντά και στο ουδ. αρχαϊκού τύπου ἄστυ*.Παραδείγματα ονομάτων σε -τυς: αγιστύς, αγορητύς, αϊσυμνητύς, ακοντιστύς, αλαωστύς, αμφαντύς, αρπακτύς, ασπαστύς, βαλλητύς, βοητύς, βρωτύς, γελαστύς, γραπτύς, δαιτύς, δειπνηστύς, δικαστύς, διωκτύς, δωμητύς, εδητύς, εκατοστύς, ελεητύς, επητύς, ικτύς, ίτυς, κιθαριστύς, κλειτύς, κρεμβαλιαστύς, κτιστύς, ληϊστύς, μαστύς, μνηστύς, μυριοστύς, ξιφιστύς, οργητύς, ορχηστύς, οτρυντύς, πεντηκοστύς, πίτυς, ποθητύς, ποτητύς, πρακτύς, πωρητύς, ρυστακτύς, σωφρονιστύς, τανυστύς, τετρακτύς, τρικτύς, τριττύς, φραστύς, χιλιοστύς.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • οπυστύς — ὀπυστύς, ύος, ἡ (Α) ο γάμος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀπυίω / ὀπύω «νυμφεύομαι» + επίθημα τύς (πρβλ. δαι τύς, μνησ τύς). Το σ τού τ. είναι πιθ. αναλογικό προς το σ άλλων λ. με την ίδια κατάλ. (πρβλ. γελασ τύς)] …   Dictionary of Greek

  • κραμβαλιαστύς — κραμβαλιαστύς, ύος, ἡ (Α) (κατά τον Ησύχ.) δυνατό γέλιο. [ΕΤΥΜΟΛ. < κραμβαλίζω «ασωτεύω» κατά τα παρ. τών ρ. σε ιάζω + κατάλ. τύς (πρβλ. ασπασ τύς, γελαστ τύς), πιθ. κατ επίδραση τού κρεμβαλιαστύς «χορός στον ήχο τών κροτάλων» <… …   Dictionary of Greek

  • κτιστύς — κτιστύς, ύος, ἡ (Α) ιων. τ. η κτίση. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. κτισ τού κτίζω + κατάλ. τύς (πρβλ. γελασ τύς, κρεμβολιασ τύς)] …   Dictionary of Greek

  • οαριστύς — ὀαριστύς, ύος, ἡ (Α) 1. σχέση οικειότητας, φιλική συναναστροφή 2. συμμετοχή σε κάτι («ἡ γὰρ πολέμου ὀαριστύς» η συμμετοχή και η αριστεία στον πόλεμο, Ομ. Ιλ.) 3. ως κύριο όν. τίτλος τού 27ου ειδυλλίου τού Θεοκρίτου 4. φρ. «προμάχων ὀαριοτύς» η… …   Dictionary of Greek

  • οργητύς — ὀργητύς, ύος, ἡ (Α) (κατά τον Ησύχ.) οργή. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀργῶ + επίθημα τύς (πρβλ. βοη τύς, ελεη τύς)] …   Dictionary of Greek

  • φέρτρυς — Α (κατά τον Ησύχ.) (στους Θουρίους) «ἆθλος». [ΕΤΥΜΟΛ. < φέρω + επίθημα τύς (πρβλ. κλι τύς, ὀρχησ τύς) με αφομοιωτική ανάπτυξη ρ στην κατάλ. Για τη σημασιολογική σχέση τού τ. φέρτρυς ἆθλος με το ρ. φέρω πρβλ. τις φρ. ἄεθλον φέρεσθαι, τά… …   Dictionary of Greek

  • χιλιοστύς — και χιλιαστύς και χελληστύς, ύος, ἡ, Α 1. τμήμα φυλής στην Σάμο, στην Κω, στην Έφεσο κ.α., τού οποίου υποδιαιρέσεις ήταν οι εκατοστύες και τα γένη 2. στρ. σώμα χιλίων στρατιωτών, χιλιαρχία. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. έχει σχηματιστεί από το αριθμητικό χίλιοι… …   Dictionary of Greek

  • έπω — (I) ἕπω (Α) ασχολούμαι, καταγίνομαι με κάτι («τὸν δ’ εὗρ’ ἐν θαλάμῳ περικαλλέα τεύχε ἕποντα», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Ανάγεται σε ΙΕ ρ. *sep «ασχολούμαι, τιμώ». Συνδέεται με το αρχ. ινδ. sapati «περιποιούμαι, αποδίδω σεβασμό» και το παρεκτεταμένο λατ …   Dictionary of Greek

  • ήμισυς — εια, υ και μισός, ή, ό (AM ἥμισυς, εια, υ, Μ και ἥμισος, η, ον, Α δωρ. τ. ἅμισυς, εια, α και ιων. θηλ. ἡμισέη και ἡμισέα) 1. αυτός που αποτελεί το ένα από δύο ίσα μέρη ενός πράγματος ή ενός ποσού, ο μισός 2. το ουδ. ως ουσ. το ήμισυ το ένα… …   Dictionary of Greek

  • ίτυς — Μυθολογικό πρόσωπο. Ήταν γιος της Πρόκνης και του Τηρέα. Σκοτώθηκε από τη μητέρα του και την αδελφή του, οι οποίες εκδικήθηκαν με αυτό τον τρόπο τον Τηρέα για τα αδικήματα που είχε διαπράξει εναντίον τους. Ο Παυσανίας αναφέρει την ύπαρξη… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”